Taste Escape στο Nima Social House: Μια γευστική απόδραση στη Λάρνακα

Κάντε κλικ εδώ για την Aγγλική έκδοση της κριτικής.

Η αγάπη μας για τη γαστρονομία, το καλό κρασί και τα εκλεκτά αποστάγματα μάς έφερε κοντά, δημιουργώντας μέσα από το Taste Escape μοναδικές διαδρομές στον κόσμο της εστίασης και όχι μόνο.

Πρώτη μας στάση ήταν το νεότατο Nima Social House στη Λάρνακα, το οποίο, υπό την καθοδήγηση της Αγγλοκύπριας chef Ελένης Κατελάνου και σε συνεργασία με τους τρεις ιδιοκτήτες του, έχει ήδη καταφέρει να συζητιέται έντονα στη γαστρονομική σκηνή της πόλης.

Από τη στιγμή που συναντηθήκαμε στην είσοδο του εστιατορίου, η περιέργεια ήταν έκδηλη στα πρόσωπά μας. Τι να κρύβεται άραγε πίσω από τη φήμη που το συνοδεύει;

Ο εξωτερικός χώρος μάς εντυπωσίασε αμέσως. Μια μινιμαλιστική προσέγγιση με προσεγμένες λεπτομέρειες, που τον μετατρέπει σε πραγματικό διαμάντι για την περιοχή. Τα χρώματα του κήπου, σε συνδυασμό με τις ελληνικές μουσικές επιλογές, οδηγούσαν τη φαντασία μας σε μονοπάτια γεμάτα γεύση και δημιουργία.

Μια πρώτη ματιά στο μενού μάς έφερε αντιμέτωπους με γνώριμες κυπριακές γεύσεις και έντονες μεσογειακές επιρροές. Η δομή του ήταν απλή και ξεκάθαρη, χωρισμένη στις κατηγορίες Soil, Sea και Land, με πιάτα που αποπνέουν ενέργεια, δημιουργικότητα και διάθεση για γαστρονομική ταυτότητα.

Η λίστα κρασιών ήταν σχετικά περιορισμένη, αλλά περιλάμβανε ορισμένες ενδιαφέρουσες επιλογές, προσφέροντας τη δυνατότητα για ένα ταξίδι μέσα από διαφορετικές ποικιλίες και οινοποιήσεις που δύσκολα συναντά κανείς σε αντίστοιχα εστιατόρια. Θα θέλαμε, ωστόσο, να δούμε μεγαλύτερο εύρος και περισσότερες επιλογές που να υποστηρίζουν ακόμη καλύτερα το μενού. Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν και η cocktail list, η οποία παντρεύει έξυπνα το κλασικό με το σύγχρονο τόσο στα υλικά όσο και στην εκτέλεση

Ξεκινήσαμε με μια κυπριακή σαλάτα, γεμάτη φρεσκάδα και ισορροπία, συνοδευόμενη από ολόφρεσκο ψωμί, νιφάδες αλατιού και εξαιρετικό κυπριακό ελαιόλαδο.

Ο ταραμάς ήταν γευστικός και πλούσιος, αν και η αρκετά έντονη παρουσία του σκόρδου επηρέαζε κάπως τη συνολική ισορροπία του πιάτου

Για το πρώτο μας κρασί επιλέξαμε ένα ιταλικό ροζέ Susucaru Rosato του Frank Cornelissen, ένα από τα πιο γνωστά natural ροζέ της Σικελίας, από τις πλαγιές της Αίτνας. Παράγεται κυρίως από Nerello Mascalese μαζί με Malvasia, Moscadella και Catarratto. Με αρώματα κόκκινων berries και εσπεριδοειδών, αποτέλεσε έναν ιδιαίτερα ευχάριστο συνοδό για το ξεκίνημα της βραδιάς.

Σύντομα το τραπέζι γέμισε με πιάτα, χρώματα, αρώματα και δημιουργικότητα.

Έφτασαν στο τραπέζι μας οι κολοκυθοκεφτέδες, με τραγανή εξωτερική κρούστα και πλούσια γεύση. Η μους γιαουρτιού που τους συνόδευε πρόσθετε φρεσκάδα και ισορροπία, αναδεικνύοντας το πιάτο και χαρίζοντάς του μια ευχάριστα ανάλαφρη νότα.

Ακολούθησε το χαλούμι φούρνου με διακριτικές νότες μελιού, μια πρόταση όπου η κυπριακή παράδοση συναντά τη σύγχρονη γαστρονομική προσέγγιση.

Η δεύτερη οινική μας επιλογή αποδείχθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για ένα δημοφιλές γερμανικό natural wine, παραγωγής των αδελφών Pauline και Carl Baumberger, έκτης γενιάς του οικογενειακού οινοποιείου Weingut Baumberger στην περιοχή Nahe. Με φιλοσοφία ήπιας παρέμβασης, το κρασί εξέφραζε με αυθεντικότητα τον χαρακτήρα του τόπου και της ποικιλίας του.

Κάπου εκεί, η κουζίνα μετατράπηκε σε καμβά. Η chef άφησε μεταφορικά τα μαγειρικά εργαλεία και, σαν ζωγράφος, παρουσίασε ένα πιάτο γεμάτο χρώματα και φαντασία. Το crudo τσιπούρας, σε συνδυασμό με τα αρώματα ροδάκινου, τζίντζερ και elderflower του κρασιού, δημιούργησε μια όμορφη και αρμονική γευστική αντίθεση.

Στη συνέχεια ήρθε ένα πιάτο που μύριζε Ελλάδα: ντολμάδες. Η ισορροπία ανάμεσα στην οξύτητα του λεμονιού, τη δροσιά του γιαουρτιού και τη γλυκύτητα του ελαιολάδου με φρέσκο δυόσμο και μέλι δημιούργησε ένα αποτέλεσμα γεμάτο νοσταλγία και σύγχρονη δημιουργικότητα.

Την ίδια στιγμή, η ατμόσφαιρα του χώρου ήταν γεμάτη ενέργεια. Χαμόγελα, συζητήσεις και καλή διάθεση γέμιζαν το εστιατόριο, αφήνοντας για λίγο πίσω τις σκοτούρες της καθημερινότητας.

Το επόμενο κρασί μάς ταξίδεψε στην Κρήτη, καθώς θέλαμε να ανακαλύψουμε τις τοπικές ποικιλίες του νησιού. Επιλέξαμε το Malihin Lefkós της οινοποιού Ηλιάνας Μαλίχιν από το Ρέθυμνο. Πρόκειται για ένα λευκό ξηρό κρασί από τις κρητικές ποικιλίες Βιδιανό και Θραψαθήρι. Τα σταφύλια προέρχονται από αμπελώνες σε υψόμετρο 560 έως 900 μέτρων, ενώ η οινοποίηση ακολουθεί μια φιλοσοφία ήπιων παρεμβάσεων με αυτόχθονες ζύμες και χαμηλά θειώδη.

Το χταπόδι ήταν περασμένο από τη σχάρα, αποκτώντας μεγαλύτερη ένταση και βάθος γεύσης. Η μους φάβας που το συνόδευε πρόσθετε μια πιο απαλή και γήινη διάσταση, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα αντίθεση στο πιάτο.

Το φιλέτο λαβράκι, καλυμμένο με κληματόφυλλα, ήταν ελαφρώς πιο ψημένο από όσο θα επιθυμούσαμε. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα του πιάτου είχε ενδιαφέρον και θα θέλαμε σίγουρα να το δοκιμάσουμε ξανά, ίσως σε μια πιο εξελιγμένη εκδοχή του.

Αφήσαμε για το τέλος το αρνάκι κότσι, το οποίο σιγοψήνεται στον φούρνο και σερβίρεται με κριθαράκι, καθώς και τη βοδινή ταλιάτα. Και τα δύο πιάτα ήταν σωστά εκτελεσμένα, χωρίς όμως να ξεπερνούν τις προσδοκίες μας. Στην ταλιάτα, λίγος περισσότερος χρόνος ξεκούρασης του κρέατος θα βελτίωνε το τελικό αποτέλεσμα, ενώ το κριθαράκι θα μπορούσε να έχει περισσότερη ένταση και βάθος γεύσης, ώστε να υποστηρίζει καλύτερα το αρνάκι.

Το κλείσιμο ήταν μια πραγματική πανδαισία χρωμάτων. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες παβλόβες που έχουμε δοκιμάσει. Η τραγανή μαρέγκα, σε συνδυασμό με την κρέμα και τη μαρμελάδα raspberry στο εσωτερικό, δημιουργούσε μια εξαιρετική ισορροπία υφών και γεύσεων, ολοκληρώνοντας ιδανικά τη βραδιά..

Δοκιμάσαμε επίσης μια πορτοκαλόπιτα, ευχάριστη, σωστά σιροπιασμένη και με όμορφη παρουσία στο πιάτο.

Το Nima Social House διαθέτει αρκετά από τα στοιχεία που μπορούν να το εξελίξουν σε έναν ενδιαφέροντα γαστρονομικό προορισμό της Λάρνακας. Υπάρχουν, ωστόσο, σημεία που μπορούν να βελτιωθούν περαιτέρω. Στην εξυπηρέτηση, θα θέλαμε μεγαλύτερη αμεσότητα στην επικοινωνία με το προσωπικό και περισσότερη συνέπεια στην παρουσίαση των πιάτων και των κρασιών. Στο γαστρονομικό κομμάτι, ορισμένα πιάτα χρειάζονταν καλύτερο χειρισμό στο ψήσιμο, ενώ σε κάποια άλλα θα αναζητούσαμε μεγαλύτερη ισορροπία, λεπτότητα και αρμονία μεταξύ των επιμέρους στοιχείων.

Ωστόσο, οι δυνατότητες του Nima Social House είναι εμφανείς. Με τον χρόνο, την εμπειρία και τη συνεχή προσπάθεια για βελτίωση, έχει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε μια ακόμη πιο ολοκληρωμένη και ξεχωριστή γαστρονομική πρόταση, όχι μόνο για τη Λάρνακα αλλά και ευρύτερα.

Θα επιστρέφαμε; Αδιαμφισβήτητα ναι. Και θα το προτείναμε; Επίσης ναι. Το Nima Social House αξίζει μια θέση στις γαστρονομικές σας αποδράσεις στη Λάρνακα.